|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο clinging παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: plant
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| clinging adj | (plant, vine: climbing) | αναρριχητικός επίθ |
| | The railing was covered in tropical clinging plants. |
clinging, clingy adj | figurative (person: needy, dependent) (από κάποιον) | εξαρτημένος μτχ πρκ |
| | (σε κάποιον) | προσκολλημένος μτχ πρκ |
| | (ανεπίσημο, μτφ, αρνητικό) | κολλιτσίδα ουσ θηλ |
| | Tracey didn't want to be friends with Danielle because she was too clinging. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | Κύριες μεταφράσεις |
| cling to [sth/sb] vi + prep | (hold tightly) | κρατάω σφιχτά, κρατάω γερά ρ μ + επίρ |
| | (μεταφορικά) | είμαι κολλημένος πάνω σε κτ/κπ, είμαι δεμένος πάνω σε κτ/κπ ρ έκφρ |
| | Knowing they would soon have to part, the lovers clung to one another. |
| | Ξέροντας πως σε λίγο θα έπρεπε να χωρίσουν οι εραστές κρατούσαν σφικτά ο ένας τον άλλο. |
| cling to [sth/sb] vi + prep | figurative (to [sth], [sb]: emotionally) (μεταφορικά: σε κπ/κτ) | κολλάω, κολλώ ρ αμ |
| | (με κπ/κτ) | είμαι κολλημένος, είμαι προσκολλημένος ρ έκφρ |
| | (σε κπ/κτ) | προσκολλώμαι ρ αμ |
| | I don't like the way Roger's new girlfriend clings to him. |
| | Δε μου αρέσει ο τρόπος που η νέα κοπέλα του Ρότζερ είναι προσκολλημένη πάνω του. |
| cling to [sth] vi + prep | figurative (belief: be faithful) | είμαι προσκολλημένος ρ έκφρ |
| | (συνέχιση κατάστασης) | μένω προσκολλημένος ρ έκφρ |
| | No matter what happens, religious people cling to their beliefs. |
| | Ό, τι και να συμβεί, οι θρησκευόμενοι μένουν προσκολλημένοι στα πιστεύω τους. |
| cling⇒ vi | (clothing, etc.: stick, be tight) | είμαι κολλητός ρ έκφρ |
| | (το ρούχο) | κολλάει πάνω μου περίφρ |
| | I don't like how my new dress clings. |
| | Δε μου αρέσει όπως κολλάει πάνω μου το νέο μου φόρεμα. |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026: Phrasal verbs cling | clinging |
| cling on vi phrasal | (hold tightly) | κρατιέμαι σφικτά ρ αμ + επίρ |
| | (μεταφορικά) | κολλάω, κολλώ ρ αμ |
| | When I went around a corner quickly on my motorcycle, my passenger was clinging on for dear life. |
| cling on to [sth/sb] vtr phrasal insep | (hold tightly) | προσκολλώμαι σε κτ ρ αμ + πρόθ |
| | | κρατάω γερά κτ/κπ ρ μ + επίρ |
WordReference English-Greek Dictionary © 2026:
|
|